δανειακός

δᾰν-ειακός, ή, όν,
A concerning loans, Cod.Just.1.3.45, Just.Nov. 134.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δανειακός — ή, ό (AM δανειακός, ή, όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε δάνειο νεοελλ. όποιος διεξάγεται με δάνεια («δανειακή πολιτική») μσν. 1. δανεικός 2. επίρρ. δανειακῶς δανεικά, με δάνειο …   Dictionary of Greek

  • δανειακός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο δάνειο: Η δανειακή πολιτική των τραπεζών έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δανειακαῖς — δανειακός concerning loans fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανειακῆς — δανειακός concerning loans fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανειακήν — δανειακός concerning loans fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανειακῶς — δανειακός concerning loans adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανειακῷ — δανειακός concerning loans masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανειακάς — δανειακά̱ς , δανειακός concerning loans fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.